Όπως και στη ζωή, έτσι και στον αθλητισμό κάθε τέλος συνοδεύεται από μία αρχή.  Κι αν τα όρια του τέλους με την αρχή συχνά μπλέκονται μεταξύ τους και γίνονται δυσδιάκριτα, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στον μπασκετικό Ολυμπιακό τη δεδομένη στιγμή. Όταν ο κύκλος  των σπουδαίων επιτυχιών και της παραμονής της ομάδας στην ελίτ του ευρωπαϊκού μπάσκετ έδειχνε να φθίνει και το προσδόκιμο ζωής του να μικραίνει με τον Γιάννη Σφαιρόπουλο στον πάγκο,  η επιλογή της διοίκησης για την προσπάθεια παράτασης αυτού του κύκλου και σταδιακής αναμόρφωσης εκείνου του αγωνιστικού μοντέλου ήταν ο David Βlatt.

Με τους δύο αρχηγούς ακόμα στις επάλξεις και μία σειρά από αγωνιστικούς κανόνες ισχυρά εγκαθιδρυμένους στο παιχνίδι της ομάδας, υπήρχε ένας αέρας ανανέωσης  αλλά χωρίς ταυτόχρονα να γίνει κάποιο βήμα μπροστά πού θα δείξει σε μία νέα κατεύθυνση. Παρά το μερικό lifting που επιχείρησε ο Αμερικανoεβραίος coach, η ομάδα απεμπόλησε αρκετά από τα μυστικά επιτυχίας της τα περασμένα χρόνια δίχως να βρει μία πυξίδα που θα την οδηγήσει στον επιθυμητό προορισμό στο αύριο. Έτσι,  μετά από πολλές αναποδιές η αρχικά πολλά υποσχόμενη και αστραφτερή περίπτωση του coach Μπλατ αποδείχθηκε μια τρύπα στο νερό και έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα αδράνειας το front staff του Ολυμπιακού ενεργοποίησε το plan “B”


Ο Γιώργος Μπαρτζώκας τη δεδομένη στιγμή δεν έμοιαζε απλά ιδανικό fit για την ομάδα του Πειραιά. Έμοιαζε ως η μόνη άγκυρα η οποία μπορούσε να κρατήσει το πλοίο στη στεριά. Ο Έλληνας coach συγκεντρώνει ένα πλήθος χαρακτηριστικών που όχι απλά είναι ελκυστικό για ένα κλαμπ με υψηλούς στόχους, αλλά στην περίπτωση του Ολυμπιακού η ιδιαίτερη τεχνογνωσία και ιδιοσυγκρασία του γιαι αυτό το περιβάλλον τον καθιστούν ίσως από τις ελάχιστες προσωπικότητες ικανές να σύρουν μόνες τους το κάρο. Δηλαδή σε μία δύσκολη συγκυρία για το σύλλογο να αναλάβει την αποστολή να χτίσει μία ομάδα συμπαγή που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του σύγχρονου μπάσκετ και όλα αυτά με χαμηλό μπάτζετ, βλέμμα στην εξέλιξη και φροντίζοντας τη διαχείριση κομματιών εκτός του αγωνιστικού γνωρίζοντας όλες τις ιδιαιτερότητες αυτής της πραγματικότητας.

Tον Οκτώβρη μετά την αποχώρηση Μπλατ

Η καρμική αυτή επανασύνδεση λοιπόν ανοίγει το δρόμο μιας νέας εποχής για τους ερυθρόλευκους στην οποία ο coach είναι αυτός που έχει τα κλειδιά των αποφάσεων στο σύλλογο και η αγωνιστική ταυτότητα του Ολυμπιακού θα φέρει την υπογραφή του. Ας  σκιαγραφήσουμε λοιπόν ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά αυτής και πάνω σε ποιες αρχές θα βαδίσει ο coach για να οικοδομήσει το δικό του αγωνιστικό μοντέλο.

Το πιο βασικό moto του coach είναι η ένταση και η συνέχεια χωρίς εκπτώσεις στα επίπεδα ενέργειας που καταθέτει η ομάδα στο παρκέ σε όλο το 40λεπτο.  Οι εκφάνσεις με τις οποίες συνήθως ψάχνει να το επιτύχει είναι η επιθετικότητα με πιεστική αμυντική πρώτη γραμμή στο πίσω μέρος του παρκέ και η ταχύτητα  στην επιθετική ανάπτυξη, για αυτό και είναι πολύ βασικό για αυτόν να στελεχώνει τις ομάδες του διατηρώντας πολύ υψηλό αθλητικό επίπεδο. Ίσως είναι το πρώτο στοιχείο στο οποίο δίνει προσοχή με επίσης μεγάλη έμφαση κατά δική του δήλωση στο σουτ και τη δέσμευση στην πάσα.

Αμυντική Φιλοσοφία

Στην άμυνα είναι βασικό για τον coach οι παίκτες του να καταθέτουν  πολύ υψηλό effort έχοντας μεγάλη αθλητικότητα και ικανότητα να καλύπτουν μεγάλες αποστάσεις σε μικρό χρόνο.  Ώστε έτσι, να δίνουν recover σε χώρους που έχουν αφήσει εκτεθειμένους καθώς τα aggressive hedge and recover, οι περιστροφές που αναμειγνύουν πολλούς παίκτες και ενεργοποιούν traps αλλά και οι αλλαγές(switching)  που δίνουν στιγμιαία mismatch στον αντίπαλο είναι προσφιλείς του τακτικές. Για αυτούς ακριβώς τους λόγους και αρέσκεται στο να απλώνει το rotation του μέσα στο παιχνίδι και να κρατάει φρέσκια και σταθερή την ένταση και τη λεπτομέρεια με την οποία θα εκτελέσει η ομάδα τα παραπάνω.  Μάλιστα, φαίνεται να αμελεί πιο πολύ την ευθύνη της άμυνας στην πίσω γραμμή και των κιλών στη ρακέτα αφού βασίζεται περισσότερο σε καλούς αθλητές και ψηλούς που βγαίνουν στην περιφέρεια. Στρέφεται στην προσπάθεια μπλοκαρίσματος των διαδρομών πασάς στο ζωγραφιστό η παγίδων μόλις φτάσει η μπάλα σε αυτό και λιγότερο στην καλή  ατομική διατήρηση θέσης στην προστασία της πίσω ζώνης και εν γένει συνεπώς στην ομαδική ισορροπία στο ριμπάουντ.

Αν έπρεπε να του δώσουμε ένα χαρακτηρισμό ως προς το βασικότερο προσανατολισμό του ανάμεσα στις 2 πλευρές του παρκέ θα τον εξέφραζε περισσότερο μία ροπή ως defensive-minded.  Μιας και κατά βάση μέσω της αποτελεσματικότητας στην άμυνα προσπαθεί να παγιώσει μία ευνοϊκή συνθήκη για την επιθετική του ανάπτυξη και φυσικά σε μεγάλο βαθμό η άμυνα του, με τα deflections και τις κατοχές που θα εξασφαλίσει μέσω της πίεσης, γίνεται όχημα για transition runs και άνοιγμα του ρυθμού.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην Μπαρτσελόνα ήταν αρκετά ισχυρή η αλλαγή που δοκίμασε στην μετά Πασκουάλ εποχή και το λίφτινγκ που επηρέασε το πως είχε συνηθίσει η ομάδα των Καταλανών να λειτουργεί επιθετικά.  Ενώ ταυτόχρονα, οι αθλητές τους οποίους φορτώθηκε , μαζί με τους τραυματισμούς τον οδήγησαν σε αδυναμία να πετύχει το επιθυμητό αμυντικό αποτέλεσμα και συνεπώς να λάβει το έναυσμα για να χτίσει μια καλή ομάδα. Χαρακτηριστικά και στην Κίμκι την πρώτη χρονιά η ομάδα είχε πολλά σκαμπανεβάσματα μέχρι να βρει αμυντική ομοιογένεια και να πιάσει το πικ της στην postseason σε μία σειρά που απείλησε πολύ έντονα την Τσσκα(με τον Σβεντ παράλληλα να οργιάζει). Φυσικά και η πρώτη του θητεία στον Ολυμπιακό σημαδεύτηκε από την τεράστια επιτυχία του Λονδίνου στην οποία είτε κλειδώνοντας τον αντίπαλο είτε βρίσκοντας defensive plays  και ευκαιρίες για τρέξιμο αύξησε και την παραγωγικότητα του φτάνοντας στο κινηματογραφικό momentum του νικηφόρου τελικού. Ακόμα και φέτος ο μέτριος Ολυμπιακός μεταμορφώθηκε όταν οι εργατοώρες του coach στο λιμάνι άρχισαν να χτίζουν τις αμυντικές συνεργασίες και με τους τραυματισμούς από ανάγκη η ομάδα σκλήρυνε το κέλυφος της στα μετόπισθεν.

Επιθετικές συνήθειες

Εν ολίγοις, στο μπροστά κομμάτι ο Μπαρτζώκας είναι θιασώτης της γρήγορης απόφασης και των καλών αποστάσεων. Η Lokomotiv Kuban έκανε το δικό της πυροτέχνημα εκείνη τη σεζόν έχοντας ένα φοβερό περιφερειακό firepower σε όλες τις θέσεις ( τα τότε πεντάρια της σήμερα παίζουν καθαρά στο 4), ενώ χωρίς κάποιο σπουδαίο playmaking στο ρόστερ της είχε τη δυνατότητα να δημιουργεί τα σουτ της μέσω των γρήγορων μεταβάσεων,  των καλών screens, των δυνατών cut από καλούς αθλητές και άνοιγμα χώρων από screeners που μετατρέπονταν σε shooters. Στην Κίμκι το πιο pick and roll based πλαίσιο(αναγκαίο λόγω Σβεντ) πάτησε πάλι πάνω στο spacing( λιγότερο τη δεύτερη χρονιά)  και βασίστηκε ξανά σε ψηλούς που σουτάρουν αρκετά.

Μάλιστα φέτος παρά το γεγονός ότι η ομάδα του Πειραιά μπήκε σε μία σειρά αγώνων με σημαντικές απουσίες κυρίως στην περιφέρεια(παρότι άρμα μάχης της ήταν η άμυνα), παρουσιάστηκε μία βιώσιμη επίθεση που χωρίς δημιουργικούς πόλους και ένδεια στο σουτ έφερνε τους παίκτες στα καλά τους σημεία.  Με βασικό σύμμαχο τη γρήγορη εναλλαγή της μπάλας και τις γωνίες με τις οποίες έστηνε τα screens στην κορυφή, άδειαζε τη ρακέτα για να επιτεθεί ο McKissic που λάμβανε σε κίνηση την μπάλα, ενώ βρίσκονταν καλά σουτ για το Βεζένκοφ στην περιφέρεια καθώς οι ψηλοί είχαν το ρόλο του ball mover στα 6,75 και υπήρχαν δολώματα για να βρει ο ίδιος τρίποντες ματιές.  Επίσης η γρήγορη απομάκρυνση της μπάλας από τον handler στα picks μετά από καλή κυκλοφορία έδινε ευκαιρίες για πάσες στην καρδιά της ρακέτας ή ξετύλιγμα close-out επιθέσεων.

Συνολικά, παρότι έχει παρουσιάσει πολλές φορές ωραίο στο μάτι μπάσκετ επιθετικά δεν είναι αλήθεια πως βασίζει την επίθεση του  σε ιδιαίτερα σύνθετες δράσεις και περίπλοκα δομημένα plays που έχουν ακρίβεια χρονών και angles στο screening και cutting που λαμβάνει χώρα(όπως οι επιθέσεις γεωμετρίας του Ρενέσες ή το λεπτομερειακό continuity του Σάρας).  Αλλά κυρίως προσπαθεί να χτίσει το flow του μέσα από την γρήγορη κυκλοφορία της μπάλας με περισσότερες δράσεις on-ball και λιγότερο off-ball και να φτιάξει τα ρήγματα που αναζητά μέσω των skills των παικτών που λαμβάνουν την μπάλα σε καλούς χώρους και αποστάσεις που τεντώνουν τις ευρισκόμενες σε διαδικασία κυνηγιού άμυνες.  Εν ολίγοις το overdribbling, oι αργόσυρτες αναζητήσεις για αγκυροβολημα στο low-post και οι επιθέσεις που κολλάνε στο χρονόμετρο και απαιτούν αναγκαστική πρωτοβουλία στα τελευταία δευτερόλεπτα είναι κάτι που αποφεύγεται συνήθως από τον coach.

Pros and Cons

Κοιτώντας λοιπόν τις ομάδες που δούλεψε ο coach B από το 13′ και μετά στο υψηλό επίπεδο( βέβαια  είναι πολύ διδακτικές οι δουλειές του με Μαρούσι και Πανιώνιο νωρίτερα) καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για έναν προπονητή με ιδιαίτερο χάρισμα στο να στελεχώνει, κυριότερα όμως να διαχειρίζεται με τον σωστό τρόπο τους αθλητές που επιλέγει. Έτσι, αυτοί να εμφανίζουν τα στοιχεία που διαθέτουν υπέρ της ομάδας  και με κλειδί τη διάθεση να υπηρετούν το ρόλο τους και την αυτοπεποίθησή να εκτελούν, να έρχεται ο πολυπόθητος ρυθμός. Σε όσες περιπτώσεις ο coach είχε τον τρόπο να πιάσει τα επιθυμητά επίπεδα στο κομμάτι της άμυνας και να εμφυσήσει τις αρχές του στην επίθεση είχαμε την ευκαιρία να δούμε σύνολα των οποίων το compact υλικό  και το direct gamestyle μπορούσε να πλημμυρίσει το παρκέ και να δώσει το αποτέλεσμα της ισορροπίας και της συνέχειας με τις απαιτητικές ταχύτητες του αθλήματος σήμερα. Ποια είναι όμως η αχίλλειος πτέρνα του κόουτς και η άλλη όψη του νομίσματος? 

Ίσως μέσα στο κλίμα υπερενθουσιασμού  για την επανένωση των δύο πλευρών να ξεχνάμε ή να μην εξετάζουμε τις πτυχές στις οποίες ο Μπαρτζώκας απέτυχε, άλλωστε δεν έχει και τεράστια σημασία όταν εκ των πραγμάτων αποτελεί έναν από τους ικανότερους κόουτς εκεί έξω που γνωρίζει άριστα τα καθέκαστα στο λιμάνι.  Όμως ο άκομψος,άδικος ή και ντροπιαστικός τρόπος με τον οποίο αποχώρησε το 14’ δεν σημαίνει ότι δε γνώρισε και τις δικές του προσωπικές ήττες εκείνο το διάστημα ειδικά στο ελληνικό πρωτάθλημα. Όπως και αργότερα είχε τις αστοχίες του στη Βαρκελώνη και στη δεύτερη σεζόν του στην Κίμκι.  Δική μου καθαρά αίσθηση λοιπόν είναι ότι τον coach συνοδεύει μία προσκόλληση σε συγκεκριμένες τακτικές και στοιχεία τα οποία αν δεν τελειοποιήσει δεν νιώθει πότε άνετα. Ή ακριβέστερα ακόμα και όταν παίξει το παιχνίδι με τους όρους που θέλει, δεν είναι ευέλικτος να ακολουθήσει η ομάδα του και διαφορετικούς τρόπους παιχνιδιού, να ενεργοποιήσει εφεδρικές τακτικές και τρόπους επιβίωσης.  Μπορεί να ακούγεται αβάσιμο κάτι τέτοιο, άλλωστε όλοι οι προπονητές σχεδόν έχουν τη δική τους φιλοσοφία και με αυτή ζουν και πεθαίνουν, νιώθω όμως ότι συχνά οι ομάδες του ειδικά στην επίθεση δεν αντιδρούν στα εξωτερικά ερεθίσματα και πηγαίνουν one-way.

Οι σειρές απέναντι στον Πάο και δεν εξετάζω τα της πνευματικής διαύγειας που σίγουρα έπληξαν τον ίδιο και την ομάδα, μαρτυρούν μια αδυναμία η ομάδα να υποστηρίξει ένα Plan B.  Ο τρόπος που οι πατέντες του Αργύρη Πεδουλάκη βραχυκυκλώνουν τις συνήθειες της ομάδας και αυτή δεν έχει απάντηση στην τακτική που απενεργοποιεί τα όπλα της είναι ενδεικτικός => μειονέκτημα στις επαφές, στην αδυναμία να εισάγει τη μπάλα στο ποστ, υπερβολικά face-up και δυσκολία σε μεταβιβάσεις, αδυναμία κυκλοφορίας της μπάλας χωρίς το Σπανούλη ενεργό. Ενώ και αργότερα στο πέρασμα του στο εξωτερικό, λαμβάνω μια παρόμοια εντύπωση για την αντίδραση των συνόλων του απέναντι σε ομάδες και καταστάσεις που δε τους ταιριάζουν.

Ολυμπιακός της νέας σεζόν

Πάμε λοιπόν να κλείσουμε με μία σχετικά σύντομη αναφορά σε αυτά που έχει πλέον μπροστά του ο κόουτς και την ομάδα που ετοιμάζει για την ερχόμενη σεζόν. Δεν θα αναφερθώ τόσο σε ονόματα στόχων καθώς έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας και να τα πούμε σε πιο έγκαιρο timing. Είναι  σαφές ότι μέχρι να κατασταλάξει επίσημα η Euroleague για την έκβαση της φετινής σεζόν, επίσημες ανακοινώσεις δεν θα υπάρξουν για αποχωρήσεις αλλά το τοπίο σε μερικές περιπτώσεις δείχνει να ξεκαθαρίζει. Μιλουτίνοφ, Ρούμπιτ και Πολ ( κρατάω μία μικρή επιφύλαξη, ίσως ανάλογα τις κινήσεις στον άσσο ο coach να εξετάσει την παραμονή του) μοιάζουν οι πιο σίγουροι να φύγουν από τους ξένους.  Οι ΜακΚίσικ και Έλις οι σίγουροι να μείνουν και για Μπάικς-Μπολντουιν ίσως εξαρτηθεί από τις άλλες κινήσεις στην περιφέρεια. Διακαής πόθος για τον Έλληνα coach είναι ο Σλούκας για μία ακόμη χρονιά καθώς συγκεντρώνει τα στοιχεία που θέλει για να τρέξει μία επίθεση ισορροπώντας ανάμεσα σε οργάνωση δημιουργία και εκτέλεση ενώ έχει το απαραίτητο coachable mentality και work-ethic για να ηγηθεί. Σαφώς λοιπόν  ο προσανατολισμός του coach είναι να φέρει ποιότητα και play making ικανότητες στις περιφερειακές θέσεις και το παιχνίδι να κυλάει με βασικές αφετηρίες την εναλλαγή των επιθετικών πόλων στο backcourt. Πιστεύω θα δοθεί η ευκαιρία να μιλήσουμε και για άλλα ονόματα όμως στη φάση αυτή θα αναφερθώ κυρίως στους παρόντες.

Ο ΜακΚίσικ μπορεί να έχει στοιχεία 2αριού στην άμυνα αλλά και στην επίθεση είναι περισσότερο on-ball παίκτης, οπότε το βασικό μέλημα είναι να βρεθεί παίκτης στα φτερά που θα έχει καλή συμπεριφορά μακριά από τη μπάλα και 3nD στοιχεία είτε ξεκινάει από το 2 ή από το 3. 

Στα γκαρντ ο Μπάικς μου αρέσει αρκετά προσωπικά αλλά η τελική εξέλιξη φέτος εφόσον χαθεί η χρονιά είναι κακό νέο για αυτόν που χρειαζόταν παιχνίδια για να μάθει να διαχειρίζεται την πίεση των ευρωπαϊκών αμυνών. Επίσης το βασικό του μείον είναι οτι πρόκειται για 2άρι παγιδευμένο σε κορμί άσσου και παρά τα slashing και passing abilities που έχει είναι δύσκολο να τρέξει μια επίθεση. Οπότε ίσως θα πρέπει να βρεθούν 2 νέοι point-guard εκ των οποίων ο ένας με αμυντικό μέγεθος για να έχει μεγαλύτερες πιθανότητες παραμονής.

Όσον αφορά τον Baldwin έχει δυσεύρετα στοιχεία και πολύ σημαντικά για το αθλητικό κομμάτι που συνήθως στοχεύει να τονώσει ο Γιώργος Μπαρτζώκας. Αν πέρσι όμως λέγαμε πος ο Γκος χρειάζεται υπομονή και οτι θα πιάσει τα μεγαλύτερα στάνταρ απόδοσής του τον 2ο χρόνο, για τον άγουρο Αμερικανό που έχει ελάχιστες παραστάσεις στο επαγγελματικό μπάσκετ, το αντίστοιχο διάστημα υπομονής του θα πήγαινε εύκολα σε 3η σεζόν. Αγωνιστικά λοιπόν έχει τόσα εφόδια ώστε να επένδυα σε αυτόν, όμως το mindset του είναι ανησυχητικό και μοιάζει συχνά μίνι κινούμενη βόμβα σαν χαρακτήρας. Οπότε η απόφαση είναι στο χέρι του τεχνικού staff που θα κρίνει την αξιοπιστία του αν και μοιάζει να είναι δύσκολη για αυτόν η παραμονή. Παρότι το μέγεθος του, το ψάχνει συνήθως ο κόουτς στον άσσο, δε μπορεί εύκολα να του εμπιστευτεί τις ευθύνες της θέσης.

Στη frontline, το τοπίο είναι πιο ξεκάθαρο. Εδώ μοιάζει ήδη κλειδωμένο το δίδυμο Χασάν-Έλις στο 5 και το ερώτημα είναι ποιο θα είναι το συμπλήρωμα στο παζλ και αν θα είναι αυτό το βασικό ζευγάρι. Η επιλογή Μάρτιν με παραξένεψε σε ένα μικρό βαθμό καθώς περίμενα οτι ο κόουτς θα ψάξει ορισμένα άλλα skills πρώτα. Η αλήθεια είναι οτι λείπει αυτή τη στιγμή το μέγεθος και τα κιλά, αλλά με βάση και όλα τα παραπάνω δεν είναι και τόσο αυτό το ζήτημα μιας και δεν είναι συνήθως το βασικό μέλημα για τον Μπι. Και οι 2 παίκτες είναι ικανοί να υποστηρίξουν επιθετικές άμυνες και να προστατέψουν το καλάθι,(ο Μάρτιν παρότι πιο αδύναμος στις περιφερειακές άμυνες και μικρότερος στο δέμας, είναι ίσως πιο ενδεδειγμένος για τις μάχες στη ρακέτα και να δώσει βοήθειες στον αέρα στην τελική προσπάθεια) , όμως περισσότερο επιθετικά δημιουργεί απορίες η limited φύση τους καθώς είναι και οι 2 finishers στο ζωγραφιστό, με τον Hassan  να έχει το πλεονέκτημα να τελειώσει και μπάλες που θα πιάσει σε κίνηση στην ακτίνα των 5 μέτρων. Αυτό που με ξενίζει περισσότερο είναι το πώς δένει ο Πρίντεζης με αυτούς τους δύο στο 5. 

Κατ΄εμέ ένα καίριο upgrade που θα έδενε σχεδόν όλη τη frontline και θα έλυνε την παρουσία και τις αρμοδιότητες του Πρι(για τον οποίο δε θα πόνταρα το σπίτι μου στην παραμονή, θεωρώ θα υπάρξει συγκεκριμένο χρηματικό ταβάνι που θα θέσει ο προπονητής), είναι ένας παίκτης σαν τον Jonah Bolden που έχει το αμυντικό versatility να παίξει και τις 2 θέσεις, έχει το shooting που θέλει ο Μπαρτζώκας από τον ψηλό του και ο Πρίντεζης για να βρει καλύτερους χώρους και φυσικά συνολικά την ποιότητα και το potential να αναβαθμίσει τη γραμμή ψηλών του Όσφπ.

Plan “B”