Πέντε αγωνιστικές μετά από το ξεκίνημα της Euroleague και σίγουρα η ιδιαιτερότητα της χρονιάς δεν αφήνει περιθώρια για πολύ σίγουρα συμπεράσματα. Οι ομάδες έδωσαν ελάχιστα φιλικά, οι απόντες πάνε κι έρχονται ενώ οι περισσότερες κερκίδες είναι άδειες. Σε αυτή την ιδιαίτερη συνθήκη λοιπόν θα τεσταριστούν εκτός από την αγωνιστική ποιότητα των ομάδων, η συνοχή, το βάθος και η πειθαρχία τους στα αγωνιστικά θέλω και την υιοθέτηση της ζητούμενης ταυτότητας.

Ο Ολυμπιακός έχει κάνει ένα αξιοπρεπές ξεκίνημα βρισκόμενος στο 3-2, χωρίς αυτή τη στιγμή να συγκαταλέγεται στους ξεκάθαρα κερδισμένους ή χαμένους από τα αποτελέσματα. Παρότι η ομάδα ανα διαστήματα έχει αφήσει λόγους για προβληματισμό, δείχνει να είναι σε μια τροχιά που βρίσκει ομοιογένεια και έχει καλούς κώδικες επικοινωνίας στο ρόστερ της, μη έχοντας πονοκεφάλους που αντιμετωπίζουν άλλες ομάδες στη διοργάνωση.

Κατ’εμέ λοιπόν βρίσκεται ένα βήμα μπροστά από αρκετές ομάδες του ανταγωνισμού σε θέμα ετοιμότητας και καλείται να κεφαλαιοποιήσει αυτό το φαινομενικό πλεονέκτημα μέσα στο επόμενο διάστημα έχοντας υγεία και απαρτία. Kαι συνολικά ίσως επιζητά μια ..”έκρηξη” παραπάνω σε επίθεση και άμυνα για να πάει ένα βήμα παραπέρα.

Οι άνω τελείες του καλοκαιριού

Πάμε όμως να κάνουμε μια πολύ σύντομη ανακεφαλαίωση για τη δόμηση του ρόστερ και τα απότοκα που μπορούμε να εξάγουμε από αυτή. 

Με μια αρκετά συγκεκριμένη φιλοσοφία επιλογής αθλητών σε οικονομικούς όρους, ο κόουτς Μπαρτζώκας προχώρησε στη συμπλήρωση του ρόστερ έτσι ώστε να ικανοποιήσει τα θέλω του σε τομείς όπως η αθλητικότητα και το αμυντικό versatility πατώντας πάνω στα δυνατά σημεία που εμφάνισε η ομάδα τον περασμένο Φεβρουάριο με Μάρτιο.

Εκεί όπου το κουτσούρεμα του ρόστερ από τραυματισμούς αλλά και η προσθήκη των Μακκίσικ και Έλις έδωσαν στο σύνολο μια πολύ ξεκάθαρη κατεύθυνση όσον αφορά τον τρόπο παιχνιδιού του που δεν ήταν άλλος από την αμυντική ένταση και ικανότητα να ακολουθήσει σε όλο το πλάτος του γηπέδου τον αντίπαλο για 40 λεπτά, βάζοντας χέρια και μάκρος πάνω στη μπάλα και επηρεάζοντας την ανάπτυξη της αντίπαλης επίθεσης. Στην επίθεση βασικός οδηγός ήταν η κάθετη επίθεση μετά από διαδικασία κίνησης της άμυνας, αναζήτηση του τρανζίσιον και η επιλογή των σωστών σουτ μετά από καλή κυκλοφορία. 

Αυτές ήταν πιθανώς οι στοχεύσεις πίσω από τις επιλογές αθλητών με εμπειρία από Euroleague που μπορούν να θεωρηθούν defensive specialists όπως ο Τζένκινς και ο Ζαν Σαρλ. Η αμυντική ένταση και το motor στη θέση 5 για όλο το 40λεπτο ο γνώμονας για την επιλογή Χασάν Μάρτιν, ενώ το μέγεθος του και η ικανότητα να ανταποκριθεί σε απαιτήσεις ριμπάουντ και άμυνας μια λογική κατάληξη σε ενα shooting wing όπως ο Χάρισον.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν ο κόουτς και ο οργανισμός συνολικά επέλεξαν να περπατήσουν ένα δρόμο γνώριμο και ασφαλή δίνοντας στον Σλούκα ένα πολύ σημαντικό ρόλο και μια πρωτοκαθεδρία που εκτός από την ιεραρχία του στην ομάδα αφορά και τις αρμοδιότητες του, δηλαδή την αποστολή να αναλάβει εξ ολοκλήρου το τιμόνι της ομάδας στη θέση 1.

Η επιλογή δηλαδή ήταν αντί να προχωρήσει η ομάδα επίσης στην απόκτηση ενός παίκτη στον άσσο που θα μπορούσε να αποτελέσει έναν ακόμα βασικό generator στην επίθεση και θα είναι ένας βασικός πόλος δημιουργίας καταστάσεων και αρχών επιθετικής έκφανσης, η ομάδα να πάει all in στον Κώστα Σλούκα και ολόκληρο το σετάρισμα της επίθεσης να περάσει στα χέρια του Έλληνα γκαρντ ο οποίος θα αναλάβει να προσωποποιήσει το mentality και το χαρακτήρα της ομάδας στα μέτρα του. Μια απόφαση που είναι φυσικά συνυφασμένη με τη συμμετοχή του Βασίλη Σπανούλη και το γεγονός ότι υπολογίζεται για σημαντικά λεπτά στα οποία είναι ο βασικός δημιουργός και οι γύρω του έχουν υποστηρικτικό ρόλο πανοπλίας.

Οι προσωπικές- και πάντα υποκειμενικές- αμφιβολίες μου ή προσωρινά ερωτηματικά μέχρι ώρας τότε σε θέμα αδυναμίας για τους ερυθρόλευκους όσον αφορά τη στελέχωση κινούνταν γύρω από 2 άξονες :

  • Επιθετικό efficiency στο μισό γήπεδο. Η ομάδα σε θέμα κλασικών δημιουργών που μπορούν να φτιάξουν καταστάσεις για τους συμπαίκτες τους αρκέστηκε στους Σλούκα και Σπανούλη με την όποια εφεδρεία χαρακτηριστικών από παίκτες στα φτερά και τους forward. Επιπλέον, σε θέμα περιφερειακής εκτέλεσης δε φαίνεται κάποια συσσωρευμένη ιδιαίτερη ικανότητα στο ρόστερ(πέραν Χάρισον-Βεζένκοφ) που να μπορεί να υποκαταστήσει το παραπάνω και να δημιουργήσει ροπή της ομάδας προς ένα πολύ προσανατολισμένο στο 3ποντο game style, δηλαδή γρήγορη εκτέλεση που δεν απαιτεί δημιουργία απόλυτα ελεύθερων σουτ, τρανζίσιον επίθεση που μπορεί να απλώσει και σε πλάτος το παρκέ, ατομική φάση και δημιουργία προσωπικών σουτ. `
  • Αμυντικό ριμπάουντ. Οι ομάδες του Μπαρτζώκα εώς τώρα δε φημίζονται για τη μεγάλη αποτελεσματικότητα τους στο αμυντικό ριμπάουντ, απόρροια των επιθετικών αμυνών που περιέχουν έξοδο των ψηλών σε πλατιές άμυνες, αλλαγές μαρκαρισμάτων και συνήθως στελέχωση frontline ελαφρών σε κυβικά. Με τους Χασάν και Έλις στο 5 η θέση δεν έδειχνε να έχει το δέμας που έχουν άλλες ομάδες στη διοργάνωση και προσωπικά περίμενα κάτι διαφορετικό από τον Jean Charles για να κλείσει η γραμμή έχοντας ως απαιτούμενο ένα παίκτη που να μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα σαν διθεσίτης ή απλά να έχει έφεση στο ριμπάουντ παίζοντας δίπλα σε έναν από τους δύο Αμερικάνους στο 4.

Όλα αυτά όμως δεν ήταν κάτι παραπάνω από μια μίνι ανακεφαλαίωση και πρέπει να αποτελούν πλέον παρελθόν στις συζητήσεις μας καθώς η ομάδα έχει μπει σε αγωνιστικό ρυθμό και αφορμή για ανάλυση αποτελούν αυτά που έχουμε δει ως τώρα και το πώς μπορούμε να τα μεταφράζουμε, αφήνοντας πιο πίσω το σχολιασμό για τη στελέχωση.

Volume στην άμυνα, ανεβαίνει?


Ξεκινώντας και πάλι από την άμυνα, νιώθω πως οι ερυθρόλευκοι βρίσκονται σε αρκετά καλό σημείο ως τώρα. Eίναι 4οι στη διοργάνωση σε defensive rating (91.7) , έχουν ελέγξει παιχνίδια μέσα από αυτή(ακόμα και το χαμένο ματς με τη Ζαλγκίρις χάθηκε από το στείρο παραγωγικά 4ο δεκάλεπτο) ενώ είναι σταθεροί στο ριμπάουντ χωρίς μεγάλες απώλειες.

Οι παίκτες που αγωνίζονται στο 1 ως το 3 και πλασιώνουν κατά βάση είτε τον Σπανούλη ή το Σλούκα έχουν επιδείξει πολύ καλό πρόσωπο σε αυτό το κομμάτι ως τώρα. Ο Τζένκινς όπως αναμενόταν είναι ο βασικός μοχλός πίεσης ειδικά στο μισό γήπεδο και απέναντι σε p’n’r handlers(κάτι που θα πρέπει να κάνει καλά η ομάδα απέναντι σε όλους τους καλούς χεριστές της Εφές), ο Μακκίσικ προσφέρει ανεβαίνοντας συχνά ψηλά στην περιφέρεια να πιέσει όντας πρώτος στα κλεψίματα της ομάδας και ο πιο ικανός στο να μετατρέψει άμεσα την άμυνα σε επίθεση ανοιχτού γηπέδου, ενώ ο Χάρισον ανταποκρίνεται πολύ καλά στις αμυντικές περιστροφές και παρότι δεν είναι γρήγορος, χρησιμοποιεί πολύ καλά το μάκρος του και το δυνατό upper body του για να απορροφήσει επαφές και να δώσει σημαντικές καλύψεις στην πίσω γραμμή αντιμετωπίζοντας ψηλά κορμιά.


Την ίδια ώρα την ευχάριστη έκπληξη κάνει ως τώρα το δίδυμο της ομάδας στο 5, άλλη μια διαφαινόμενη επιτυχία του Μπαρτζώκα που με δύο φθηνότατους παίκτες έχει βρει τον τρόπο να εξυπηρετούν την αμυντική του συνταγή.

Ο Έλις αθόρυβα αλλά σταθερά συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε πέρσι ακολουθώντας πολύ σωστά τις τακτικές προσταγές της άμυνας όντας ο παίκτης που θα βγει πιο ψηλά και επιθετικά απέναντι στους χειριστές, ενώ δείχνει μια ενθαρρυντική άνοδο στο κομμάτι των επαφών έχοντας βάλει ενδεχομένως μερικά κιλά και αφομοιώσει την πραγματικότητα του ξύλου στο low post στη Euroleague.

Ο Χασάν Μάρτιν παρότι επευφημείται ορθώς για την επαφή του με το καλάθι και τις σωστές του κινήσεις που οδηγούν σε σωστά τελειώματα μπροστά, δείχνει ως τώρα αξιόπιστος στο κομμάτι των box-out βάζοντας το πολύ δυνατό και μυώδες κορμί του απέναντι σε ψηλότερους αντιπάλους, ενώ συχνά δίνει καλές βοήθειες κοντά στο καλάθι στις διεισδύσεις αντιπάλων. Μπορεί να έχει κάποια προβλήματα στα φάουλ και στο να ακολουθήσει περιφερειακά κοντούς κοστίζοντας μερικές καλές ματιές στους αντίπαλους γκαρντ, όμως είναι κάτι που περιμέναμε και επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είχε στο πλευρό του τον Λιβιό ο οποίος ταίριαζε μαζι του στα φιλικά και όντας τρίτος παίκτης σε αμυντικές συνεργασίες ίσως δώσει την ευχέρεια στον πρώτο να βγαίνει ένα βήμα ψηλότερα νιώθοντας την κάλυψη του Γάλλου στην πρώτη περιστροφή της ρακέτας.


Πρέπει να αναφέρουμε ότι η αμυντική τακτική του Ολυμπιακού με τα συχνά switches στα σκριν της μπάλας, την επαρκή πίεση στις γωνίες, και τις εξόδους των ψηλών σε στιγμιαία show and recover και συχνές απόπειρες για μπλοκ, καθιστούν το ριμπάουντ ομαδική δουλειά κάτι που αποτυπώνεται στα νούμερα τους τα οποία είναι εξαιρετικά μοιρασμένα.

Αξίζει σοβαρή εύφημος μνεία στον Βεζένκοφ που είναι πρώτος σε def rebounds per minute, ενώ και τα 2 αμυντικά ριμπάουντ του Χάρισον μαρτυρούν πολλά.

Συνολικά, -το τονίζω- παρά το γεγονός ότι η ομάδα βρίσκεται στο κάτω μισό του ταμπλό σε true d-rebounding rate, η ανταπόκριση για την εποχή και δεδομένων των προσδοκιών είναι ικανοποιητική.


Στο φετινό οικοδόμημα των ερυθρολεύκων, η άμυνα θα είναι το άρμα μάχης και οι προσδοκίες για αυτήν πρέπει να είναι υψηλές. Ως τώρα υπάρχουν αδυναμίες στον άξονα, όπου πολλές φορές σημαδεύονται τα πιο αδύναμα δίδυμα, το έκανε πολλές φορές η Μακάμπι του Σφαιρόπουλου στήνοντας τα αγαπημένα spain pick and rolls και παραλλαγές τους με σκριν για αλλαγή μαρκαρίσματος, όπως και στο ματς με τη Μπάγερν υπήρξε κόστος με τη δραστηριότητα του Baldwin και του Djedovic.

Περιμένω να δούμε σημαντική βελτίωση, κυρίως στο κομμάτι των defensive plays που μπορούν να σπρώξουν στο τρανζίσιον γιατί θα δώσουν συνολική τόνωση στην ομάδα, αλλά για αρχή δε ρισκάρει συχνά ο κόουτς. Ίσως με συχνότερη και πιο εύστοχη επιλογή των σχημάτων δίχως Σπαν/Σλου σε μικρά διαστήματα, όπως και με την επιστροφή του Jean Charles Livio, να δούμε μεγαλύτερη επιθετικότητα στο κομμάτι και την αμυντική τανάλια του Ολυμπιακού να “σφίγγει”.

Επιθετικοί χρόνοι και σκορ, έχουμε acceleration?

Πάμε και στην επίθεση που έχει αποτελέσει περισσότερο ως τώρα αντικείμενο συζήτησης.

Γενικώς εδώ θεωρώ θα πρέπει να υπάρξει υπομονή όσον αφορά την αποτελεσματικότητά της και το πόσο efficient μπορεί να είναι η ομάδα στο μπροστά μέρος του παρκέ. Ακόμα υπάρχει ένας πειραματισμός όσον αφορά τα σχήματα και τον τρόπο που ο προπονητής μπορεί να χρησιμοποιήσει και να εναλλάξει κυρίως τους περιφερειακούς παίκτες του ενώ σε μια ομάδα όπως ο Όσφπ που δεν υπάρχουν lux συμβόλαια και επιθετικοί σταρ με το κιλό η επιθετική πρόοδος θα εξαρτηθεί πολύ από το βαθμό συνεργασιών που θα έρχονται με τον καιρό.

Τα δύο τελευταία ματς ήταν δύο διαφορετικά κάδρα για τους ερυθρόλευκους καθώς απέναντι στη Μακάμπι(ξεκινώντας από το 2ο ημίχρονο με Αρμάνι) έδειξαν το καλύτερο πρόσωπο τους παραγωγικά ενώ στο ματς με τη Μπάγερν συνέβη το αντίθετο και η ομάδα προβλημάτισε με το αποτέλεσμα που είδαμε στην προσπάθεια να σκοράρει.

O Oλυμπιακός είναι 12ος στο pace,δηλαδή τον αριθμό κατοχών στον οποίο παίζει όπως βλέπουμε σε πίνακα του Overbasket. Eκτιμώ ότι ο κόουτς Μπι προσπαθεί πλέον να ανοίξει ελαφρώς το ρυθμό, μάλιστα είδαμε στο ματς με τη Μπάγερν να τιμωρείται χάνοντας τη μπάλα σε 1-2 περιπτώσεις που προσπάθησε να ανοίξει με άμεση τρίπλα την επίθεση μετά από ριμπάουντ ή κλέψιμο. Η ως τώρα λοιπόν εικόνα τοποθετεί την ομάδα σε αυτές του μισού γηπέδου, όμως σιγά σιγά προσωπική μου πρόγνωση είναι πως αυτό θα αλλάξει και οι ερυθρόλευκοι θα προσπαθήσουν να χαιδέψουν το γκάζι, ανεβάζοντας την ενέργεια τους και το ρίσκο κατά περιπτώσεις στην άμυνα για να ανεβάσουν την παραγωγικότητά τους και να συνδέσουν τις δύο πλευρές του παρκέ.

Άλλωστε στο υλικό του έχει παίκτες για να το κάνει(Σλούκας-Σπαν στην οργάνωση,Σακ με τη μπάλα στο κεντρικό διάδρομο,Χάρισον να ανοίξει το εύρος με 3π από τις 45, Πρι-Παπ στο finishing και mobile γρήγοροι ψηλοί) και να καμουφλάρει μερικές από τις ελλείψεις ή τη δυστοκία που μπορεί να βρίσκει σε set παιχνίδι. Οπότε πρέπει να το θυμόμαστε οτι προς το παρόν είναι κάτι που δεν έχει εμφανίσει αρκετά.

Ως τώρα η επίθεση παρουσιάζει κάποια συγκεκριμένα στοιχεία σαν κατεύθυνση που έχουμε συναντήσει και από άλλες δουλειές του κόουτς. Θεωρώ πως ορόσημο στο να μεταφράσουμε πράγματα είναι το ποσοστό ευστοχίας των 2 center. Οι Έλις-Μάρτιν εκτελούν ή τελειώνουν φάσεις με ένα εξωφρενικό ποσοστό κοντά στο 90% κάτι που δείχνει εν πολλοίς τον άξονα και τη φιλοσοφία της επίθεσης, η οποία πέρα από καλούς δημιουργούς όπου πολλοί το αποδίδουν(λάθος για μένα,άλλωστε οι ασίστ των Σλούκα και Σπαν δεν είναι τόσο ψηλά), έχει την τάση να στοχεύει στο καλό 2ποντο με υπομονή και ως φάρο το τελείωμα στο ζωγραφιστό διαθέτοντας παίκτες που μπορούν και θέλουν να πασάρουν. Συνυφασμένη με το trend των analytics(της κακής δηλαδή επιλογής του midrange shot), επόμενη επιλογή τους μοιάζει να είναι το τρίποντο, με το 3p usage τους στο 43.9 % που τους φέρνει στην 4η θέση της διοργάνωσης σε συχνότητα.

Είναι ενδεικτικό το ματς με τη Μακάμπι όπου ο Παπανικολάου τελείωσε με 6 ασίστ, πολλές από αυτές με αποδέκτη τον Μάρτιν, τιμωρώντας τα triple switch του Σφαιρόπουλου όντας το άμεσο σκαλοπάτι για τροφοδότηση στο ζωγραφιστό. Εν γένει οι ερυθρόλευκοι τρέχουν μια βαθύτατα ..δημοκρατική επίθεση όπου τα σουτ είναι μοιρασμένα καθώς η ανάπτυξη τους ακολουθεί μια σειρά από βήματα στα οποία εξερευνούν διαφορετικές ευκαιρίες επίθεσης, με τον Σλούκα να σετάρει το play, τους ψηλούς συχνά σε θέση σκαλοπατιού επανατροφοδότησης, τους πλάγιους να έχουν σε ενδιάμεση φάση την ευκαιρία να τρέξουν το πρώτο pick, κάτι που “σπάει” τη δημιουργία ανάμεσα σε διαφορετικούς παίκτες. Μέσα από μια αρχική διαδικασία κίνησης και εναλλαγής της μπάλας ψηλά σε εισαγωγικό timing, ακολουθεί η σειρά των screen που γίνονται από τους ψηλούς στην κορυφή και τις 45 μοίρες στη μπάλα ή μακριά από αυτήν και εξερευνούνται οι πιθανότητες για πάσα στα dive(Πρίντεζης,Χασάν,Έλις) ή σε αυτούς που ανοίγονται από τα downscreen(Παπ,Βεζέ,Χάρισον). 

Για να μιλήσουμε με νούμερα ο Χάρισον είναι ο μόνος που ξεφεύγει στις εκτελέσεις έχοντας συνολικά 48 σουτ τη στιγμή που οι επόμενοι(Σλου,Πρι,Σπαν,Βεζέ,Μακ) είναι συγκεντρωμένοι στην ακτίνα των 38 ως 30! Κάτι που θα πρέπει να περιμένουμε για να δούμε αν πρέπει να αποδώσουμε σε προπονητική οδηγία στον Αμερικάνο για γρήγορη εκτέλεση ή ένα ύποπτο shot selection(35% fg). Φυσικά επίσης με τον Σπανούλη στο παρκέ η ομάδα γίνεται περισσότερο pick and roll based, χωρίς αυτό να σημαίνει οτι δεν εξακολουθεί να ψάχνει συνεργασίες με συμμετοχή διαφορετικών παικτών.

Αν και λοιπόν η επίθεση των ερυθρολεύκων έχει ένα θετικό για μένα πρόσημο στον πλουραλισμό και την αλληλουχία των δράσεων που τρέχει αυτή τη στιγμή, αυτό δεν αποτυπώνεται ξεκάθαρα σε επίπεδο πλεονεκτήματος και χρόνων απέναντι στην αντίπαλη άμυνα ως τώρα. Το ματς με την Μπάγερν αποτέλεσε έναν πολύ διδακτικό καθρέφτη όσον αφορά τη βελτίωση που πρέπει να παρουσιάσει η ομάδα και το πρόβλημα της να παράγει σε συνέχεια καλές εκτελέσεις και ελεύθερα σουτ. Οι Βαυαροί όντας σε εξαιρετικό επίπεδο σε θέμα αμυντικών συνεργασιών, βοηθειών και εκμεταλλευόμενοι τα κορμιά και το μάκρος τους, έπληξαν σε πολύ σημαντικό βαθμό τους χρόνους επίθεσης του Ολυμπιακού, την ικανότητα του να περάσει τη μπάλα στο ζωγραφιστό με χειριστή ή ψηλό κάνοντας την επιθετική του έκφραση να μοιάζει προβλέψιμη και ανήμπορη να δημιουργήσει ρήγματα. 

Έχω την αίσθηση πως το συναπάντημα με σκληρές άμυνες που μπορούν να σπάσουν screen, να κόψουν γραμμές πάσας προς το καλάθι και να βάλουν μάκρος απέναντι στους βασικούς χειριστές κρύβοντας το οπτικό τους πεδίο και τις οδούς προς το καλάθι θα προβληματίσουν αρκετά σε πρώτη φάση τους ερυθρολεύκους. 

Αν μπορούσα να κρίνω την αποτελεσματικότητα μιας επίθεσης σπάζοντας την με κάποιο μάλλον αδόκιμο τρόπο σε 3 χρόνους θα τους όριζα ως εξής:

-τον πρώτο αυτόν που η επίθεση βρίσκεται στην αφετηρία της και απαιτεί κάποια ατομική πρωτοβουλία απειλής για να μπορέσει να δώσει ελεύθερη εκτέλεση ή σκορ

-το δεύτερο αυτόν που τρέχουν σεταρισμένες ομαδικές διαδικασίες για να δημιουργηθεί πλεονέκτημα όπως σκριν μακριά από τη μπάλα, cuts και άλλες κινήσεις-αυτοματισμοί 

-και τρίτο αυτόν του τελικού σταδίου της εκτέλεσης 

Θα έλεγα ότι ο Ολυμπιακός δε δείχνει να αριστεύει στον πρώτο, δηλαδή στην γέννηση καταστάσεων που να γίνεται χωρίς να απαιτηθεί κάποια σύνθετη δράση αλλά να βασίζεται σε χαρακτηριστικά παικτών του. Σε αυτό το πλαίσιο βασικοί του μοχλοί μοιάζουν να είναι ο Σλούκας και ο Σπανούλης με τον παραδοσιακό τρόπο, ο Πρίντεζης παίζοντας με πλάτη κάποιον αντίπαλο και ενδεχομένως οριακά ο Μακκίσικ αν συμπεριλάβουμε καταστάσεις αιφνιδιασμών(ο οποίος τα πηγαίνει περίφημα σε αυτές του “2ου χρόνου”).

Αντίθετα, κρίνω θετική την ανταπόκριση παικτών σε 2ο χρόνο, όπως τις επιθέσεις σε close-out του Βεζένκοφ(και του Πρι), ή τον Μακκίσικ να παίρνει τον εσωτερικό διάδρομο και να δημιουργεί ρήγμα βρισκόμενος σε κίνηση ή τον Χάρισον να ψάχνει 2 on 2 καταστάσεις με side picks μένοντας μακριά από λάθη. Αντίστοιχα στον 3ο χρόνο επίθεσης δεσπόζει το finishing του Μάρτιν και του Πρίντεζη όπως και η ευστοχία από τα 6.75 από παίκτες που χρειαζόταν όπως ο Τζένκινς.

Ακροβατεί σε ένα σχοινί

Όλα αυτά για να καταλήξω και στο hot topic του Σλούκα φυσικά. Ο Έλληνας γκαρντ λειτουργεί ήδη πολύ καλά ως game initiator κρατώντας το πηδάλιο της ομάδας και βάζοντας στα μεγαλύτερα διαστήματα τη μπάλα στα σωστά σημεία ώστε η επίθεση να περάσει από όλα τα παραπάνω (ελπίζω όχι γραφικής περιγραφής) στάδια. Ο παίκτης έχει ως τώρα λειτουργήσει πολύ passive και πιο διστακτικά όσον αφορά το σουτ και την εκτέλεση, κάτι όμως που προσωπικά δε θα απέδιδα σε θέμα mentality και διάθεσης μόνο, αλλά και στο τί έχει μπροστά του και πώς μπορεί να το χειριστεί. 

Ο Σλούκας μοιάζει αυτή τη στιγμή να πνίγεται σε ένα βαθμό ανάμεσα σε 2 διαφορετικούς ρόλους που απαιτούν τέλεια ισορροπία. Αυτή του floor general που οδηγεί τυφλά τις κινήσεις των συμπαικτών του και τους κάνει να λειτουργούν με τη μπάλα στον καλύτερο για αυτούς χρόνο και χώρο, και σε αυτή του δημιουργού-εκτελεστή που έχει εκμηδενίσει τις προηγούμενες δράσεις και έχει δώσει στην επίθεση την τελική ώθηση σκοράροντας ή προσφέροντας έτοιμα καλάθια.

Είναι αλήθεια πως στη Φενέρ τον συνηθίσαμε περισσότερο στον πρώτο ρόλο όπου η ποιότητα των συμπαικτών του μαζί με το σύστημα και οι εστίες δημιουργίας δεν απαιτούσαν από αυτόν να κάνει το extravagant. Παρ’όλα αυτά το γεγονός αυτό ήταν και εκείνο που προσέφερε και στον ίδιο τη μεγαλύτερη ασφάλεια της εκτέλεσης υπό καλύτερες συνθήκες και τη δυνατότητα να ξεμπλοκάρει πιο εύκολα στο σκοράρισμα χωρίς δύσκολες προσπάθειες.

Ήταν και ο βασικός λόγος που ήθελα ή περίμενα ένα ακόμα κλασικό χειριστή ή για την ακρίβεια άσσο που να μπορεί να συνυπάρξει με τον Κώστα και τον Έλληνα γκαρντ να έχει την ευχέρεια να παίξει και μακριά από τη μπάλα. Εκεί όπου το σουτ του εν στάσει, η close-out επίθεση του ή η ανάγνωση στιγμιαίων αδυναμιών της άμυνας θα μπορούσε να τον λύσει και την ομάδα να αξιοποιήσει αρκετά ακόμα από τα εξαιρετικά του επιθετικά στοιχεία.

Στον Ολυμπιακό και με δεδομένο πως η συνύπαρξη του με τον Σπανούλη σε σχήματα θα είναι σπάνια γιατί απεμπολεί την ταυτότητα της aggressive αμυντικά περιφέρειας, αυτό προς το παρόν μοιάζει να είναι δύσκολο. Πιο πολύ ποντάρω στην υποτιμημένη ικανότητα του Shaq να κερδίσει εκατοστά απο τον Έλληνα γκαρντ με τις βοήθειες που μαζεύει όταν έχει τη μπάλα και τη σωστή του συμπεριφορά στο να τη σπάει σε πρώτο χρόνο. Ο Σλούκας λοιπόν πρέπει να λειτουργήσει ο ίδιος ως η βασική γεννήτρια καταστάσεων στην ομάδα, κάτι το οποίο φυσικά απαιτεί aggressiveness στην εκτέλεση και ευστοχία από πλευράς του βάζοντας ένα ριψοκίνδυνο ψυχολογικό μανδύα στις πλάτες του που πρέπει να κουβαλήσει.

Το δύσκολο της κατάστασης εν ολίγοις δεν απαιτεί μόνο ψυχή, αλλά θέλει και ..πόδια καθώς ο 30χρονος άσσος θα πρέπει να κρατήσει 2 καρπούζια στην ίδια μασχάλη, αυτό του παίκτη που τρέχει την επίθεση, μετακινεί τη μπάλα ή ανοίγει το τρανζίσιον και παράλληλα ο ίδιος να είναι ο go-to guy, ο άνθρωπος που αποτελεί το πιο φαρμακερό χέρι για την αντίπαλη άμυνα και αυτός στον οποίο πρέπει να προσαρμόσει το πλάνο της για να μη βγει στα σημεία που θέλει όταν οδεύει στην τελική φάση της επίθεσης.

Ίσως να ήταν καλύτερο για τον ίδιο να παίξει περισσότερο και με τον Τζένκινς(ή και τον Χάρισον στο 3) που προσφέρει και στη μεταφορά της μπάλας και βοηθά αντίστοιχα τον Σπανούλη να λαμβάνει τη μπάλα σε μεταγενέστερη φάση δημιουργίας με λιγότερο φόρτο. Φυσικά δε χρειάζεται προς το παρόν βιασύνη ή μεγάλη ανησυχία, από ότι φαίνεται ίσως δεν είναι άλλωστε στο καλύτερο του φεγγάρι σε όρους φόρμας και πατημάτων έχοντας δρόμο για να τα βρει. Όμως, όπως είναι λογικό ο ρόλος και το συμβόλαιο του ανεβάζουν τον πήχυ των απαιτήσεων από την ομάδα και της αυστηρότητας της κριτικής από τον κόσμο, ακόμα κι αν καλείται να περάσει σκόπελους που δεν είχε συναντήσει ξανά…

Πρόοδος εκκίνησης